Οδός Λουτρού

Από To Wiki της Ημαθίας

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Λουτρό (από το ρήμα : λούω): 1.Βούτημα του σώματος σε ψυχρό ή θερμό νερό για καθαρισμό ή θεραπεία : «θαλάσσια λουτρά». 2.Το μέρος του σπιτιού ή το οίκημα όπου λούζεται κανείς: «η πετσέτα κρέμεται στο λουτρό» 3.(πληθ.) Λουτρά: Ιαματικές πηγές με τις αναγκαίες για τους αρρώστους εγκαταστάσεις: «πήγα στα λουτρά για τους ρευματισμούς μου». 4.(φρ.) «έμεινα στα κρύα του λουτρού»= τον ξεγέλασε, « τον λουτρό αίματος» = για ομαδικούς φόνους.